Οι επιστήμονες συσχετίζουν την επιθετικότητα και το έγκλημα με τις υψηλές θερμοκρασίες.

2019-06-18

Δεν θα σας προκαλούσε έκπληξη αν ακούγατε ότι η επιθετικότητα και τα βίαια περιστατικά συνδέονται με την περιβαλλοντική θερμοκρασία, δεδομένου του ότι η ίδια μας η γλώσσα συνδέει όλα τα παραπάνω με την θερμοκρασία του σώματος. Μπορεί να «σκάμε από θυμό», ή να «βράζουμε από οργή» ή να ισχυρισθούμε για κάποιον που ζηλεύει και φέρεται παρορμητικά ότι «βράζει στο ζουμί του» ή ότι είναι «θερμοκέφαλος».

Η σχέση θερμοκρασίας και εγκληματικότητας ερευνάται εδώ και δεκαετίες και οι επιστήμονες υποστηρίζουν με τα ευρήματά τους ότι έχουν βρει ισχυρές ενδείξεις πως οι υψηλές ή υψηλότερες από το φυσιολογικό περιβαλλοντικές θερμοκρασίες συνδέονται με την επιθετικότητα και γενικότερα τα βίαια περιστατικά. Καθώς αυξάνεται η περιβαλλοντική θερμοκρασία υπάρχει αύξηση στην ενδοοικογενειακή βία (Cohn, 1993), στις βίαιες αυτοκτονίες (Maes et al.,1994) και στην συλλογική βία, όπως εξεγέρσεις και επαναστάσεις (Carlsmith & Anderson 1979, Anderson and Anderson 1984, Berkowitz 1979a). Αυτό που φαίνεται ότι δεν έχουν εξακριβώσει όμως ακόμη είναι το γιατί συμβαίνει αυτό. Ποιοί είναι οι παράγοντες δηλαδή που οδηγούν τους ανθρώπους στο να φέρονται επιθετικά όταν ανεβαίνει ο υδράργυρος; 

Ο ψυχολόγος Berkowitz φαίνεται να έχει μία απάντηση για το παραπάνω ερώτημα υποστηρίζοντας πως μία σειρά από απεχθή γεγονότα δημιουργούν μία τάση για επιθετικότητα και η οποία ενδυναμώνεται από επιθετικούς συνειρμούς ή καταστάσεις που πυροδοτούν την επιθετικότητα. Η ζέστη λοιπόν μπορεί να είναι ένα απεχθές γεγονός που προωθεί την ατομική και συλλογική βία (Anderson & Anderson 1984, Baron & Ransberger 1978, Carlsmith & Anderson 1979). Ένα σχετικό παράδειγμα που χρησιμοποιεί αφορά την κοινωνική καταπίεση που αντιμετώπισαν οι μαύροι των ΗΠΑ. Οι άνθρωποι εκείνοι βίωναν έντονη ματαίωση. Η ζέστη ενός παρατεταμένου καυτού καλοκαιριού εντείνει αυτά τα συναισθήματα (ιδίως σε φτωχές συνοικίες με συνωστισμό και ελάχιστο κλιματισμό ή δροσιστική βλάστηση) τα οποία οδηγούν σε επιθετική συμπεριφορά που επιδεινώνεται από την ύπαρξη ενός άλλου επιθετικού ερεθίσματος (π.χ ένοπλη αστυνομία). Σε ένα άλλο παράδειγμα ο Berkowitz μελετά τις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα στην διάρκεια παρατεταμένων επεισοδίων καύσωνα στις ΗΠΑ: Για παράδειγμα οι εξεγέρσεις στο Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1965 και οι εξεγέρσεις στο Ντιτρόιτ τον Αύγουστο του 1967. Βέβαια υποστηρίζει πως η επιθετικότητα διευκολύνεται όταν κάποιος βρίσκεται μέσα σε πλήθος καθώς κυρίαρχα μοτίβα συμπεριφοράς είναι πιο εύκολο να διαδοθούν γρήγορα από το ένα άτομο στο άλλο.

Οι Harries & Stadler (1983) εξέτασαν την συχνότητα εμφάνισης βιαιοπραγιών εν βρασμώ ψυχής στο Ντάλας κατά την διάρκεια των 12 μηνών του 1980. Οι επιθέσεις ήταν πιο αισθητές όταν είχε περισσότερη ζέστη και υγρασία από το κανονικό ενώ σε ένα άλλο παράδειγμα μετρήθηκαν τα κορναρίσματα των οδηγών ενώ βρίσκονται σταματημένοι πίσω από ένα πράσινο φανάρι. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κορναρίσματα αυξάνονταν όσο αυξανόταν η θερμοκρασία. Ακόμη και σε κλίματα που είναι κανονικά πολύ ζεστά και υγρά, όπως αυτά της Ινδίας, οι άνθρωποι αναφέρουν πιο αρνητική διάθεση τις πιο θερμές ημέρες (Ruback & Pandey, 1992).

Απεικονιστικά, η σχέση μεταξύ ζέστης και επιθετικότητας ακολουθεί το σχήμα ενός ανεστραμμένου U (Halpern, 1995): Όσο αυξάνεται η θερμοκρασία τόσο αυξάνεται και η επιθετικότητα, τουλάχιστον έως έναν ορισμένο βαθμό ζέστης. Όταν κάνει πολύ ζέστη, η επιθετικότητα τείνει να παραμένει για λίγο στάσιμη (σε υψηλά επίπεδα) και στην συνέχεια φθίνει, μία τάση που υποδηλώνει πως η ακραία ζέστη εξαντλεί τον οργανισμό και την ενέργειά μας. Οι Cohn & Rotton (1997), κατέγραψαν την συχνότητα σωματικών επιθέσεων ανάλογα με την θερμοκρασία καθ όλη την διάρκεια της ημέρας για μια περίοδο 2 ετών στην Μινεάπολη (1987-88). Τα δεδομένα τους φαίνεται να συμφωνούν με την καμπύλη του ανεστραμμένου U. Επίσης βρήκαν ότι οι βιαιοπραγίες ήταν συχνότερες αργά το απόγευμα παρά οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας. Αυτό εξηγείται με τον εξής τρόπο: Οι περισσότεροι κάτοικοι στην Μινεάπολη εργάζονται σε περιβάλλοντα με ελεγχόμενη θερμοκρασία κατά την διάρκεια της ημέρας. Κατά συνέπεια οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής θερμοκρασίας δεν εμφανίζονται πριν την αποχώρησή τους από την δουλειά.

Για την ερμηνεία του φαινομένου της έξαρσης της εγκληματικότητας το καλοκαίρι επισημαίνει ο κ. Ν. Κουράκης, καθηγητής Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «διατυπώθηκαν ανέκαθεν ποικίλες υποθέσεις και θεωρίες. Ο Ιταλός Ferri υποστήριξε, παραδείγματος χάριν, ότι λόγω της υψηλής θερμοκρασίας ο οργανισμός αναλίσκει λιγότερες δυνάμεις από ό,τι υπό κανονικές θερμοκρασίες και επομένως δημιουργεί πλεονάσματα δύναμης που εξωτερικεύονται σε δεδομένη στιγμή με ανεξέλεγκτο και βίαιο τρόπο, ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Πιστεύω πάντως ότι για την επιστημονική προσέγγιση του φαινομένου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνο οι ενδογενείς παράγοντες που επισημαίνει ο Ferri, αλλά και το γεγονός ότι κατά το θέρος και ιδίως κατά την περίοδο που προηγείται των θερινών διακοπών οι άνθρωποι είναι κατά κανόνα ιδιαίτερα επιβαρυμένοι από την κούραση του χειμώνα, επιθετικοί και ευέξαπτοι, νιώθοντας μέσα στη ζέστη και στο νέφος σαν εγκλωβισμένα θηρία. Έχουν λοιπόν μεγαλύτερη προδιάθεση για αντεγκλήσεις, φιλονικίες και πράξεις βίας από ό,τι σε άλλες πιο δροσερές εποχές του έτους»  

Μία εναλλακτική αιτία υπό την σκοπιά της βιοψυχολογίας εξηγεί ότι στην πρόκληση επιθετικής συμπεριφοράς είναι πιθανόν να εμπλέκονται νευρολογικοί (λειτουργία των νευρώνων) και ενδοκρινολογικοί παράγοντες που συνδέονται με την άνοδο της θερμοκρασίας και στο πώς αντιδρά ο οργανισμός μας στο γεγονός αυτό.


Σύνταξη άρθρου: Μάρκος Στέφανος Γεωργίαδης