Θερμοκρασία και ανθρώπινο σώμα: Νευροβιολογική προσέγγιση.

2019-06-20

Η θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι μία από τις βασικές παραμέτρους παρατήρησης των καιρικών συνθηκών μιας συγκεκριμένης περιοχής. 

Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει ένα γενετικά καθορισμένο σύστημα αίσθησης της θερμοκρασίας που υπάγεται στην αίσθηση δια της αφής. Όταν μία αέρια μάζα με δεδομένη θερμοκρασία έρχεται σε επαφή με το δέρμα, ενεργοποιούνται αισθητηριακοί υποδοχείς που βρίσκονται ακριβώς κάτω από το δέρμα. Οι υποδοχείς αυτοί είναι εξειδικευμένα κύτταρα - νευρώνες που εντοπίζουν φυσικές αλλαγές στο περιβάλλον και τις μεταφράζουν σε νευρωνικές ώσεις, δηλαδή μηνύματα τα οποία στέλνονται δια μέσω της νευρικής οδού  σε ένα τμήμα του εγκεφαλικού μας φλοιού το οποίο δέχεται αισθητηριακά μηνύματα από το περιβάλλον.  Με τον τρόπο αυτό αντιλαμβανόμαστε την θερμοκρασία.

Οι υποδοχείς της θερμοκρασίας είναι δύο. Ο ένας τύπος ενεργοποιείται όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ή του σώματος πέφτει και ερχόμαστε σε επαφή με μια ψυχρή επιφάνεια ή αέρια μάζα και ο άλλος τύπος ενεργοποιείται όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ή του σώματος ανεβαίνει και ερχόμαστε σε επαφή με μια θερμή επιφάνεια ή θερμή αέρια μάζα. Ωστόσο ο μηχανισμός αυτός έχει κάποια όρια. Σε ακραία υψηλές θερμοκρασίες (άνω των 450C) ενεργοποιούνται τόσο οι υποδοχείς του κρύου όσο και οι υποδοχείς του ζεστού. Αυτό σημαίνει ότι εάν για π.χ έρθετε σε επαφή με μια πολύ θερμή υγρή επιφάνεια πιθανώς να μην μπορέσετε να διακρίνετε αν πρόκειται για κάτι πολύ ζεστό ή πολύ κρύο. Η ελάχιστη αντιληπτή διαφορά που μπορεί να αισθανθεί το ανθρώπινο σώμα από τις διάφορες μεταβολές της θερμοκρασίας είναι 0.4οC προς το ψυχρότερο και μόλις 0.15οC προς το θερμότερο. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα μας είναι περισσότερο ευαίσθητο στις ανοδικές μεταβολές της θερμοκρασίας κατά 0.25oC περισσότερο συγκριτικά με τις πτωτικές μεταβολές της (άρα είμαστε οργανικά πιο ευαίσθητοι στην ζέστη παρά στο κρύο). 

Το ανθρώπινο σώμα έχει εξαιρετικά ευέλικτες ικανότητες προσαρμογής σε μέτριες μεταβολές της θερμοκρασίας. Εάν παραμείνετε για ώρα σε έναν κλειστό θερμαινόμενο χώρο ή σε ένα εξωτερικό χώρο όπου επικρατούν σχετικά ψυχρές συνθήκες, σταδιακά δεν θα αισθάνεστε ούτε κρύο ούτε ζέστη, γεγονός που μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την αρχική σας αίσθηση τα πρώτα λεπτά (ένα π.χ είναι η αίσθηση της θερμοκρασίας του νερού όταν εισέρχεσθε στην θάλασσα ή την πισίνα, όπου μετά από λίγα λεπτά το σώμα σας προσαρμόζεται με ιδιαίτερη ευκολία). 

Τέλος, ένας σημαντικός παράγοντας που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ένταση της αίσθησης της ζέστης ή του κρύου είναι η σχετική υγρασία και ο άνεμος. Γενικά όσο πιο υγρή είναι μια αέρια μάζα (ποσοστό κορεσμού σε υδρατμούς ανά κυβικό μέτρο) τόσο πιο ζεστό ή κρύο θα νιώθουμε τον αέρα. 

Στην περίπτωση της συνάρτησης θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας χρησιμοποιείται ο λεγόμενος δείκτης δυσφορίας ή heat index (κλίμακα όπου όσο ανεβαίνουν οι τιμές της θερμοκρασίας και της σχετικής υγρασίας αντίστοιχα αυξάνεται και το αίσθημα δυσφορίας). Ο οργανισμός μας στην προσπάθεια του να διατηρήσει την ομοιόσταση και να αντιμετωπίσει την άνοδο της θερμοκρασίας στο σώμα, παράγει ιδρώτα μέσω της ενεργοποίησης των υδρωτοποιών αδένων. Όσο πιο ισχυρός είναι ο άνεμος από την άλλη, ο οργανισμός μας τείνει να αισθάνεται περισσότερο την αίσθηση του ψύχους. Αυτό συμβαίνει διότι η ταχύτητα του ανέμου αφαιρεί θερμότητα από το δέρμα μας με αποτέλεσμα την πτώση της θερμοκρασίας του σώματος. Ο οργανισμός μας προκειμένου να αμυνθεί και να παράγει ή να συγκρατήσει θερμότητα προκαλεί ρίγος. Στην περίπτωση της συνάρτησης θερμοκρασίας και ταχύτητας ανέμου χρησιμοποιείται ο λεγόμενος δείκτης ψυχρότητας ή wind chill (κλίμακα όπου όσο πέφτει η θερμοκρασία και αυξάνεται η ταχύτητα του ανέμου η αίσθηση του κρύου από τον οργανισμό εντείνεται). 


Σύνταξη άρθρου: Μάρκος Στέφανος Γεωργιάδης